Περί του Σχεδίου Νόμου για την ίδρυση Ανώτατης Σχολης Παραστατικών Τεχνών (ΑΣΠΤ)

Από το σχέδιο Νόμου για την ΑΣΠΤ αντιγράφω:

 

Σκοπός

Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι:

α) η αναβάθμιση των σπουδών των παραστατικών τεχνών,

β) η προαγωγή της καλλιτεχνικής επιστημονικής γνώσης και έρευνας, και της διά βίου μάθησης στους τομείς των παραστατικών τεχνών,

γ) η ενίσχυση της διακαλλιτεχνικότητας και της ακαδημαϊκής και επαγγελματικής εξέλιξης των φοιτητών και αποφοίτων της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών (Α.Σ.Π.Τ.) και

δ) η παροχή στους φοιτητές της Α.Σ.Π.Τ. γνώσεων και δεξιοτήτων ανώτατης εκπαίδευσης στις τέχνες του δράματος, του χορού και της μουσικής με την οργάνωση και υλοποίηση προγραμμάτων σπουδών πρώτου, δεύτερου και τρίτου κύκλου, συνδυάζοντας την καλλιτεχνική δημιουργία και πράξη με τη θεωρία και την έρευνα.

 

Για την υλοποίηση αυτού λοιπόν του σκοπού, ο νομοθέτης ξεκίνησε, ως όφειλε, από την χαρτογράφηση και κατηγοριοποίηση των ήδη υπαρχόντων Τμημάτων ΑΕΙ ανά τη χώρα, όπου προσφέρονται προγράμματα σπουδών στα πεδία των τεχνών του δράματος, του χορού και της μουσικής, ώστε η υπό ίδρυση ΑΣΠΤ να συμπληρώσει όλα τα κενά στο πεδίο των καλλιτεχνικών σπουδών των παραστατικών τεχνών. Και μελέτησε ομοιότητες και διαφορές, ακόμα και σε Τμήματα ΑΕΙ με το ίδιο θεωρητικά αντικείμενο (π.χ. θεατρικών ή μουσικών σπουδών) και διαπίστωσε ότι κακώς κάποια από αυτά διατείνονται ότι προσφέρουν ήδη τα αντικείμενα που θα διδάσκονται στην υπό ίδρυση Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών.

Και κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η καλύτερη λύση στο προπατορικό αμάρτημα / πρόβλημα της ανώτατης καλλιτεχνικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, ήταν η τεχνητή ανωτατοποίηση των υπαρχόντων κρατικών μεν, μη πανεπιστημιακών δε, Σχολών του Εθνικού Θεάτρου, του ΚΘΒΕ, του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης, της ΚΣΟΤ και της Σχολής Χορού της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, και η συνένωσή τους σε μία Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών, ενιαία και ολοκαίνουρια (;).

Δηλαδή θεώρησε ότι οι συγκεκριμένες Κρατικές Σχολές, με λίγη προσθήκη θεωρίας και έρευνας, έχουν τα ιδανικά curricula και το διδακτικό προσωπικό και τις ήδη υπάρχουσες υποδομές, ώστε να μετατραπούν σε Πανεπιστήμιο, που έρχεται να καλύψει ένα κενό δεκαετιών, και να αναβαθμίσει επιτέλους τις σπουδές των παραστατικών τεχνών και της μουσικής σε επίπεδο ανάλογο με τα Πανεπιστημιακά ιδρύματα της Ευρώπης (;).

Προχώρησε δηλαδή σε μια συγκριτική μελέτη των επιτυχημένων μοντέλων άλλων χωρών και συνέταξε σχέδιο με αναλυτικά γνωστικά πεδία, κύκλους και προγράμματα σπουδών σε διακριτά αντικείμενα, προσαρμοσμένα στις σύγχρονες ανάγκες της καλλιτεχνικής γνώσης, πρακτικής και έρευνας και συνδεδεμένα με την μέριμνα για «διακαλλιτεχνικότητα και επαγγελματική εξέλιξη» των μελλοντικών φοιτητριών και αποφοίτων της ΑΣΠΤ.

Μετά, έθεσε αυτά ακριβώς τα συμπεράσματα και ευρήματα σε δημόσιο διάλογο με όλους τους ενδιαφερόμενους και εμπλεκόμενους φορείς και οντότητες, ζητώντας όχι φτηνές φωνασκίες, διαμαρτυρίες, και ανέξοδο συνδικαλισμό, αλλά εμπεριστατωμένες προτάσεις βελτίωσης και συμπλήρωσης του νομοσχεδίου, και βέβαια πρωτίστως, ως προς το ουσιαστικό περιεχόμενο των κύκλων σπουδών ανά αντικείμενο, και λιγότερο για το ποιοι και ποιες θα έχουν πρόσβαση στις υπό δημιουργία πολυπόθητες θέσεις ΔΕΠ.

Και αυτό που έχουμε τώρα εδώ, στη δημόσια διαβούλευση, είναι ένα εμπεριστατωμένο, προσαρμοσμένο στα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα, σχέδιο νόμου για την ίδρυση μιας Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, και όχι μια πρόχειρη ανωτατοποίηση υπαρχόντων καλών - ή και όχι – κρατικών Σχολών, συν μια ευφάνταστη λύση για την διατήρηση και συντήρηση των ιδιωτικών Σχολών Καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, με μετονομασία και διαδρόμους σύνδεσης αποφοίτων με τα ΑΕΙ (ώστε να μπορούν όλες και όλοι να προσληφθούν στις αναρίθμητες θέσεις ΚΕ που θα δημιουργηθούν για τις ειδικότητές τους στο Δημόσιο). Έτσι θα είναι όλοι ευχαριστημένοι και θα κρατήσουν τα μαγαζάκια τους, αφού κανείς δεν σκοπεύει να ελέγξει ουσιαστικά τι διδάσκουν, ποιοι διδάσκουν, και πώς, χωρίς αληθινά ενιαία προγράμματα σπουδών και μίνιμουμ προϋποθέσεις, ως προς τουλάχιστον τις υποδομές τους, όπως λειτουργούν όλα αυτά τα χρόνια, προσφέροντας το ανεκτίμητο έργο τους. Στο άρθρο 27 φτάνουμε και στο επίμαχο ζήτημα των αποφοίτων των νέο-ονομασμένων ΑΣΚΕ (Ανώτερων Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης) και της «σύνδεσης της ανώτερης καλλιτεχνικής εκπαίδευσης με την ανώτατη εκπαίδευση μέσω ακαδημαϊκών διαδρόμων για τους αποφοίτους των Α.Σ.Κ.Ε.». Διάδρομοι σύνδεσης εννοούνται τα προτεινόμενα 4 εξάμηνα σπουδών στο ΕΑΠ με απόκτηση πιστωτικών μονάδων ECTS ώστε να λαμβάνουν τίτλο ΑΕΙ επιπέδου 6 του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων. Φυσικά μέσω τηλε-εκπαίδευσης στην πλειοψηφία τους, που όπως αποδείχθηκε οδυνηρά για όλους τους συμμετέχοντες και κατά την περίοδο της πανδημίας, δεν είναι ο ιδανικός τόπος και τρόπος διδασκαλίας των καλλιτεχνικών αντικειμένων αυτών των σπουδών.

Δεν θεωρώ ότι έγιναν όλα αυτά. Θεωρώ ότι είτε δεν έγιναν ποτέ, είτε δεν αποτυπώνονται στο σχέδιο Νόμου, ώστε να μπορούν αργότερα, να διευθετηθούν, μαζί με όλα τα ανοικτά ζητήματα, όπως αυτό θα εξυπηρετεί τους εκάστοτε αρμόδιους / αναρμόδιους σε θέσεις ισχύος. Με τις γνωστές «εξουσιοδοτικές διατάξεις» (Μέρος Α κεφάλαιο 6) προς το μελλοντικό Συμβούλιο Διοίκησης της ΑΣΠΤ, που όλα θα τα ρυθμίσει με σοφία και γνώση του αντικειμένου. Όπως πάντα.

Διαβάζω όμως στην απάντηση εκ μέρους του Εθνικού και την Σχολής του ότι «κρίναμε επιβεβλημένο να συμβάλουμε στην προσπάθεια ακριβώς για να διαφυλάξουμε το ωφέλιμο αποτέλεσμα αναβάθμισης των παραστατικών σπουδών. Το επιχειρήσαμε επί τρία χρόνια με έγγραφες προτάσεις, συμμετοχή σε ομάδες εργασίας, στις οποίες κλήθηκαν εκπρόσωποί μας, θεσμικά διαβήματα, υπηρεσιακές συναντήσεις και κάθε άλλο θεσμικό μέσο πειθούς. Απαραίτητη διευκρίνιση: ποτέ μέχρι την έναρξη της δημόσιας διαβούλευσης δεν είχε τεθεί υπόψη μας σχέδιο κειμένου, παρά τα σχετικά αιτήματά μας.» Και στη συνέχεια: «Θα αναμέναμε εναργέστερη κατανόηση και κατοχύρωση της φύσης των αναβαθμιζόμενων σπουδών ως σπουδών «παραστατικής τέχνης» (και όχι θεωρητικών ή υποκείμενων στη συνήθη φύση των «πανεπιστημιακών» σπουδών). Θα έπρεπε να «ανωτατοποιούνται» οι σπουδές στις παραστατικές τέχνες, με την εγγενή ιδιαιτερότητά τους, και όχι να «προσαρμόζονται» προκειμένου να «ανωτατοποιηθούν». Σε ένα γενικότερο επίπεδο μεθόδου: Θα αναμέναμε να προταθεί ένα αυτοτελές, ειδικό νομοθετικό πλαίσιο για τις παραστατικές σπουδές (προς το οποίο η πανεπιστημιακή νομοθεσία να εφαρμόζεται συμπληρωματικά) και όχι απλώς να εισάγονται εξαιρέσεις από αυτήν. Χρειάζεται, δηλαδή, αντιστροφή της σχέσης κανόνα-εξαίρεσης. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στη ρύθμιση των τυπικών προσόντων των διδασκόντων, όπου το διδασκόμενο αντικείμενο αντιμετωπίζεται κατ’ αποτέλεσμα ως θεωρητικό.»

Δηλαδή, συμμετείχαν οι συγκεκριμένοι σε ομάδες εργασίας και έστειλαν έγγραφες προτάσεις. Γιατί λοιπόν δεν τις δημοσιοποιούν; Γιατί αρκούνται στο να επισημαίνουν ελλείψεις, έστω και με την πολύ σωστή παρατήρηση περί ανάγκης αντιστροφής της σχέσης κανόνα-εξαίρεσης, και δεν αναφέρονται καθόλου στο περιεχόμενο των σπουδών;

Μετά διαβάζω την ανοιχτή επιστολή των 210 συναδέλφων του θεατρικού χώρου: «Η διατήρηση της επωνυμίας «Εθνικό Θέατρο» και «Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος» στα υπό ίδρυση Τμήματα είναι προσχηματική, από τη στιγμή που στο σχέδιο νόμου δεν προβλέπεται καμιά ουσιαστική σύνδεση των δύο κρατικών φορέων με τα νέα Τμήματα πέρα από τη χρήση των υπαρχουσών κτιριακών υποδομών τους.» Αυτό λίγο-πολύ το επισήμανε αρνητικά και η απάντηση του Εθνικού. Και ρωτάω: εκτός από την επωνυμία και την ευχέρεια της εκάστοτε διεύθυνσης του Εθνικού ή του ΚΘΒΕ να επιλέγουν τους διευθυντές σπουδών και τους διδάσκοντες, ποια ήταν ως τώρα η «οργανική διασύνδεση» των αποφοίτων τους με τα δύο κρατικά θέατρα; Υπήρχε άμεση και νομικά κατοχυρωμένη απορρόφησή τους από αυτά; Των ηθοποιών, αριστούχων και μη, και πρόσφατα των σκηνοθετών; Τελείωνες δηλαδή το Εθνικό ως Σχολή και δούλευες αυτόματα στο Εθνικό;

Και στην ίδια επιστολή: «Οι διατάξεις που αφορούν τις διαδικασίες επιλογής των διδασκόντων αποκλείουν σχεδόν το σύνολο των ενεργών καλλιτεχνών του θεάτρου από την εκλογή τους ως μελών Δ.Ε.Π. Προτάσσονται τα ακαδημαϊκά προσόντα και όχι το καλλιτεχνικό έργο των υποψηφίων, μη λαμβάνοντας υπόψιν τις ιδιαιτερότητες της διδασκαλίας της θεατρικής τέχνης. Είναι κρίσιμο να υπάρξει η δυνατότητα εκλογής ενεργών καλλιτεχνών όλων των ειδικοτήτων ως μελών Δ.Ε.Π., καθώς −ως γνωστόν− αυτά καθορίζουν τη φυσιογνωμία ενός πανεπιστημιακού Τμήματος.» Και ρωτάω: με ποια κριτήρια; Τι σημαίνει ενεργός καλλιτέχνης; Ποιος θα αξιολογήσει και θα μοριοδοτήσει το καλλιτεχνικό έργο; Γιατί να θεωρείται αυτόματα ότι ένας αξιόλογος καλλιτέχνης του θεάτρου είναι και καλός δάσκαλος; Πότε θα μιλήσουμε για τεχνικές, για μεθόδους διδασκαλίας, για syllabus συγκεκριμένων μαθημάτων και για εκπαιδευτικές δεξιότητες, που σε όλες τις ιδιωτικές σχολές δεν ελέγχονται πουθενά και από κανέναν ουσιαστικά, και βέβαια δεν αποτελούν κριτήριο πρόσληψης; Έτσι θα πρέπει να μπορούν να γίνουν και όλοι όσοι αυτόκλητοι δάσκαλοι του θεάτρου διδάσκουν σε αυτές όλες τις σχολές μέλη ΔΕΠ του νέου Πανεπιστημίου παραστατικών τεχνών; Αλήθεια;

Επίσης: Πώς ένα τόσο σημαντικό, παρατεταμένο και παραμελημένο κεφάλαιο, όπως η πανεπιστημιακού επιπέδου μουσική παιδεία, διεκπεραιώνεται με την ανωτατοποίηση ενός Κρατικού Ωδείου, ως να επαρκούσε η ωδειακή διδασκαλία που ήδη γνωρίζουμε; Γιατί τότε σχεδόν όλοι οι μουσικοί σολίστες μας που διακρίνονται έχουν κάνει σπουδές στο εξωτερικό; Τι συμβαίνει με τα επί μέρους αντικείμενα μουσικής πρακτικής που ήδη διδάσκονται σε επίπεδο ΑΕΙ στο Τμήματος Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης της Σχολής Κοινωνικών, Ανθρωπιστικών Επιστημών και Τεχνών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, που ορθά σημειώνει ότι «τα μουσικά αντικείμενα του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης θεραπεύονται εδώ και χρόνια όχι μόνο από το ΤΜΕΤ (και μάλιστα στην ίδια πόλη) αλλά και από άλλα λειτουργούντα μουσικά Τμήματα ΑΕΙ (σημ. του συντάκτη: στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και αλλού), και μάλιστα και στους τρεις κύκλους σπουδών.»

Εδώ να θυμίσω ότι για όλους τους μελλοντικούς απόφοιτους των μετονομασμένων δραματικών σχολών και Ωδείων ο τίτλος είναι επιπέδου 5, δηλαδή του επιπέδου των γνωστών διετούς φοίτησης ιδιωτικών  ΙΕΚ. Ακόμα και εάν, το να αποκτηθεί π.χ. ένα Δίπλωμα Πιάνου ή Σύνθεσης σε ένα από τα γνωστά Ωδεία απαιτείται ένας εντελώς διαφορετικός χρόνος σπουδών και μια εντελώς διαφορετική ένταση ενασχόλησης από όλα τα γνωστικά αντικείμενα των μεταλυκειακών ΙΕΚ. Και αυτό γιατί δεν υπάρχει επίπεδο 5,5 και γιατί το επίπεδο 6 είναι αυτό των αποφοίτων ΑΕΙ.

Και πιστεύει κανείς ότι για την συγκεκριμένη ομελέτα δεν θα χρειαστεί να σπάσουν αβγά;

Οι μεταρρυθμίσεις όμως θέλουν αρετή και τόλμη. Άγνωστες λέξεις.

Συμπληρωματικό σχόλιο μετά τις παρατηρήσεις του Συλλόγου Διδασκόντων/ουσών της Ανωτέρας Σχολής Δραματικής Τέχνης του Εθνικού Θεάτρου

Ενώ συμφωνώ ανεπιφύλακτα και με την θεμελιώδη μεθοδολογική ένσταση ως προς τη διαφορά της «προσαρμογής» των παραστατικών σπουδών στο γενικό Πανεπιστημιακό Πρότυπο αντί της ανωτατοποίησης των σπουδών παραστατικής τέχνης με ειδικό, αυτοτελές ρυθμιστικό πλαίσιο, καθώς και με την καταγραφή της δομικής ασυμβατότητας των τριών διακριτών κλάδων, θεωρώ ότι εκτός από τα δομικά λάθη στις προτεινόμενες διαδικασίες και ποσοστώσεις στην επιλογή του προσωπικού ΔΕΠ αλλά και ΕΚΑΠ, και βέβαια την εντελώς προβληματική πρόβλεψη για μετακινούμενους ΔΕΠ από άλλα ΑΕΙ, η εξαιτίας τους αλλοίωση της φυσιογνωμίας του γνωστικού και διδακτικού αντικειμένου θα μπορούσε, επιμένω, να αποφευχθεί μόνον, εάν αυτό οριστεί όχι μελλοντικά από το όποιο Καλλιτεχνικό Συμβούλιο ή Συμβούλιο διοίκησης, αλλά εξαρχής, με αναλυτικά και κατοχυρωμένα (κατόπιν διαβούλευσης φυσικά) curricula και ακριβείς περιγραφές γνωστικών αντικειμένων, έτσι ώστε να μην μπορούν οι θέσεις ΔΕΠ ή / και ΕΚΑΠ να αλλοιώνουν το διδακτικό αντικείμενο, αλλά η κάλυψή τους να γίνεται βάση ενός σταθερού και πλήρως οριοθετημένου προγράμματος σπουδών, με συγκεκριμένα μαθήματα. Δηλαδή και εδώ, μια θεμελιώδης αντιστροφή της σχέσης γνωστικό/διδακτικό αντικείμενο με διδάσκουσα/ διδάσκοντα, όπου το αναλλοίωτο θα είναι πάντα το πρώτο. Έτσι, ούτε μετακινούμενοι ΔΕΠ θα μπορούν να μετατρέψουν το μάθημα σε θεωρητικό από πρακτικό και σε αναμάσημα του εκάστοτε θεωρητικού διδακτορικού τους, ούτε όμως και οι ενεργοί καλλιτέχνες θα μπορούν να διδάσκουν πρακτικά μαθήματα που δεν τα κατέχουν, αν αποδεδειγμένα κάποιος άλλος είναι καταλληλότερος στο συγκεκριμένο πρακτικό πεδίο.

Επίσης, ενώ κατανοώ και συμφωνώ επί της αρχής με την αγωνία για τον αριθμό εισακτέων, για να μην περιορίζεται τελικά ο αριθμός τους σε τόσο λίγες/λίγους, που τίποτα να μην αλλάζει σε σχέση με την παρούσα συνθήκη (Εθνικό + ΚΘΒΕ), θα μπορούσε να προβλέπεται από τώρα, στο Σχέδιο Νόμου, η μελλοντική ίδρυση τμημάτων της ΑΣΠΤ και σε άλλες πόλεις, πλην Αθήνας και Θεσσαλονίκης (μια καλή ευκαιρία για συνολική αναβάθμιση της περιφερειακής πολιτικής για το θέατρο και τις παραστατικές τέχνες, με ουσιαστική επανίδρυση των ΔΗΠΕΘΕ – να φύγει επιτέλους το ΔΗ- και να μείνει μόνο το κρατικά ΠΕ-ριφερειακά ΘΕ-ατρα, που θα συνδέονται με ανάλογο τρόπο με τα τμήματα αυτά της ΑΣΠΤ, αξιοποιώντας και την υπάρχουσα εμπειρία της Σχολής στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας). Κάτι που και στον κλάδο της μουσικής θα απαντούσε στην αγωνία όσων δικαίως διαμαρτύρονται για την μη ίδρυση Σχολής Μουσικής στην Αθήνα.

Next
Next

Pluribus και Φιλελευθερισμός