Περί «συλλογικής καλλιτεχνικής δημιουργίας», «πολυσυλλεκτικών έργων» και άλλων σύγχρονων ελληνικών εδεσμάτων

Διαβάζω με έκπληξη και αντιγράφω από το “open call /πρόσκληση” (και όχι φυσικά ‘ανοιχτό κάλεσμα’, που θα ήταν η μπανάλ μετάφραση του αγγλοσαξονικού όρου) του Εθνικού Θεάτρου και συγκεκριμένα της Πειραματικής Σκηνής, προς «θεατρικούς/ές συγγραφείς/δραματουργούς, που γράφουν στην ελληνική γλώσσα» να «δηλώσουν το ενδιαφέρον τους για τη συμμετοχή στη συγγραφή νέου έργου, που θα παρουσιαστεί σε σκηνοθεσία των Ελένης Βλάχου και Ελένης Τσιμπρικίδου, στην Πειραματική Σκηνή την περίοδο 2026 – 2027 (Β’ περίοδος)» και προσπαθώ να παρακολουθήσω την λογική του (και όχι, δεν θα βάλω αυτάκια «..» στην λογική!).

Δηλαδή η διεύθυνση του Εθνικού και της Πειραματικής σκηνής επέλεξε πρώτα, για δικούς της λόγους, το συγκεκριμένο καλλιτεχνικό δίδυμο για να σκηνοθετήσει στην Πειραματική σκηνή, και τώρα θέλει να του φτιάξει και το κατάλληλο έργο. Αν περίμενε κανείς μια άλλη λογική, από την πασίγνωστη και καταξιωμένη στην Ελληνική πραγματικότητα, που μας θέλει να επιλέγουμε πρώτα τους στενούς μας συνεργάτες και να τους αναβαθμίζουμε σε σκηνοθέτες, αναθέτοντάς τους μια παράσταση, και όχι να επιλέγουμε την πειραματική πρόταση (;) και μετά να έπρεπε να σκεφτούμε και να αναζητήσουμε, ποια/ποιος θα μπορούσε να την σκηνοθετήσει με τον πιο ενδιαφέροντα τρόπο, θα πρέπει να απογοητεύτηκε.

Αλλά αυτό θα ήταν πταίσμα, αφού άλλωστε όλες οι θεσμικές θέσεις έχουν μετατραπεί σε καταφύγια για παρέες και κλίκες εδώ και πάρα πολλά χρόνια, και δεν φαίνεται η αντίληψη αυτή να αλλάζει εύκολα, αλλά η συνέχεια κρύβει χειρότερα νέα: ήδη αντιληπτά από τη φράση «συμμετοχή στη συγγραφή». Αυτό λοιπόν το στοιχείο εξηγείται παρακάτω. «Από την πρόσκληση θα επιλεγούν δύο συγγραφείς με στόχο να συνεργαστούν και να γράψουν από κοινού ένα νέο θεατρικό κείμενο, υπό τον συντονισμό της συνυπεύθυνης της Πειραματικής Σκηνής Νεφέλης Μαϊστράλη, με προεπιλεγμένο θέμα και συγκεκριμένες προδιαγραφές, οι οποίες θα ανακοινωθούν στους/στις επιλεχθέντες/είσες.»

Δηλαδή, όχι μόνο οι συγγραφείς θα πρέπει να συνεργαστούν, όχι επειδή επιθυμούν διακαώς να συν-συγγράψουν ένα έργο, αλλά επειδή έτσι θα έχει κρίνει η υπεύθυνη, με θέμα (μα συγνώμη, έκθεση στις πανελλαδικές είναι τα θεατρικά έργα;) και συγκεκριμένες προδιαγραφές που θα τις μάθουν εκ των υστέρων. Κι αν γουστάρουν!

Κάποιος πρέπει να θυμίσει εδώ ότι αυτός ο τρόπος μαγειρέματος ενός σκηνικού κειμένου δεν είναι μια καινοτόμα και καινοφανής συνταγή, αλλά το πολυχρησιμοποιημένο και κακοποιημένο devising, η τόσο υπέροχη μέθοδος παρασκευής κειμένων για τη σκηνή – όχι έργων! – που τόσες και τόσες ομάδες και κολεκτίβες χρησιμοποιούν έξω και εδώ στην Ελλάδα ήδη για δεκαετίες.

Χωρίς λοιπόν το συλλογικό θεατρικό κείμενο να ορίζεται με κάποιο τρόπο που να δικαιολογεί αυτή την επιλογή, ο ορισμός θέματος και προδιαγραφών (διανομής;, αριθμού συντελεστών που πρέπει να εξυπηρετηθούν;) θα ανακοινωθεί στους γραφιάδες του σεναρίου του σήριαλ, - αχ συγνώμη, μπερδεύτηκα – αφού επιλεγούν βάσει… κι εδώ σας έχω το καλύτερο: «Μια σκηνή ενδεικτική της γραφής τους με θέμα «Δοξασίες και Αρχέτυπα». Η σκηνή θα πρέπει να είναι πρωτότυπη (να μην έχει δημοσιευθεί ή παρουσιαστεί στο παρελθόν), να μην είναι μονόλογος, να προορίζεται για δυο έως έξι πρόσωπα και η έκτασή της να μην ξεπερνάει τις 500 λέξεις αυστηρά (παραπάνω λέξεις θα καθιστούν άκυρη την πρόταση)».

Ούτε καν στην ενδεικτική της γραφής τους σκηνή δεν μπορούν οι συγγραφείς να επιλέξουν μόνοι τους τι θα στείλουν, έστω και με περιορισμό λέξεων, αλλά και εδώ, τα συστατικά της συνταγής ορίζονται εκ των προτέρων, φυσικά χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις και ανάλυση: ‘Δοξασίες και Αρχέτυπα’ για 2-6 πρόσωπα, όχι μονόλογος και ως 500 λέξεις.

Δεν εννοούσε πάντως αυτό ο Μπάρτ όταν έγραφε για το θάνατο του συγγραφέα, και κατ’ επέκταση και του θεατρικού συγγραφέα, αυτός είναι ένας θάνατος μέσω εφαρμογής – αγγλιστί app – που θεωρεί ότι τα θεατρικά κείμενα γράφονται κατά παραγγελία και με αυτό τον τρόπο. Με presets και sampling, για να χρησιμοποιήσω όρους κατανοητούς από τους συνομιλητές μας.

Και μιλάμε εδώ για την μοναδική πρόσκληση σε θεατρικούς συγγραφείς από το Εθνικό μας Θέατρο.

Η αντίδραση των Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων αναμενόμενη, σωστή, αν και  - κατά τη γνώμη μου - υπερβολικά άνευρη, στο κείμενο που δημοσιεύτηκε με τις υπογραφές όλων. Αντιγράφω:

«Γιατί τη στιγμή της δημοσιοποίησης του προγραμματισμού δεν ανακοινώθηκε καμία παραγωγή νέου έργου από όσα κατατίθενται στο Τμήμα Δραματολογίου του ΕΘ, καμία ανάθεση, παρά μόνο μια πρόβλεψη για ανοιχτό κάλεσμα στο πλαίσιο μιας δράσης για τη δημιουργία ενός -και μόνου- «πολυσυλλεκτικού έργου» που θα παρουσιαστεί με τα περιορισμένα σκηνικά και οικονομικά μέσα του πλαισίου λειτουργίας της Πειραματικής;» Και παρακάτω: «Γιατί ούτε ένας/μία θεατρικός/η συγγραφέας δεν θα υπογράψει φέτος συμφωνητικό με το ΕΘ βάσει των συμφωνηθέντων με την Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων;»

Και εδώ είναι το καίριο ερώτημα: είναι λάθος όλων των μεγάλων κρατικών σκηνών της Ευρώπης, το γεγονός ότι εδώ και πολλά χρόνια έχουν καθιερώσει να παίρνουν θεατρικές/θεατρικούς συγγραφείς in residence, για τουλάχιστον μια διετία, με στόχο την πρώτη παγκόσμια παρουσίαση νέων θεατρικών έργων και πρωτότυπων δραματουργιών μέσα από τις δυνατότητες των θιάσων και των υποδομών τους;

Τι εμποδίζει το Εθνικό να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο; Ίσως ότι τότε δεν θα μπορούσε η συνταγή να κρίνεται, ως προς τη θεματική της, τα υλικά και τις προδιαγραφές της, από προαποφασισμένες αισθητικές επιλογές της εκάστοτε διεύθυνσης, ακόμα και στο μικρό πλαίσιο της Πειραματικής Σκηνής;

Ότι τα κριτήρια θα έπρεπε να μετατοπιστούν προς την αναζήτηση της πιο δυνατής γραφής για τη σκηνή, της δραματουργικής συνέπειας και συνοχής στην αφηγηματική ή γλωσσική κατασκευή, του πιο δυνατού γλωσσικού αποτυπώματος με συνείδηση προφορικότητας και σκηνικού χώρου; Προς όλα αυτά δηλαδή τα στοιχεία που διακρίνουν ένα σύγχρονο θεατρικό κείμενο από τα άγευστα σκηνικά εδέσματα, με ή χωρίς εισπρακτική επιτυχία;

 

Κ. Αλέξης Αλάτσης

Συγγραφέας/Δραματουργός/Σκηνοθέτης

Next
Next

Περί του Σχεδίου Νόμου για την ίδρυση Ανώτατης Σχολης Παραστατικών Τεχνών (ΑΣΠΤ)