Σαίξπηρ / Η Τρικυμία
Είσοδος ΚΑΛΙΜΠΑΝ
ΚΑΛΙΜΠΑΝ Μια πάχνη τόσο διαβολική, όπως εκείνη που σκούπιζε η μητέρα μου
Με κορακιού φτερά μέσα από βάλτους νοσηρούς
Να πέσει πάνω και στους δυο σας! Άνεμος νότιο-δυτικός να σας φυσήξει,
Και να σας κάψει ολόκληρους!
ΠΡΟΣΠΕΡΟ Γι’ αυτά να είσαι σίγουρος τη νύχτα αυτή θα σου έρθουν κράμπες,
Σφάχτες στα πλευρά που την ανάσα σου θα σφίξουν, σκαντζόχοιρο-τελώνια
Για όλη όση της νύχτας μεγάλη διάρκεια να εργαστούν αντέχουν
Με σένα θ’ ασχολούνται. Θα τσιμπηθείς
Πυκνά σαν μια κερήθρα, το κάθε τσίμπημά τους πιο τσουχτερό
Κι από τις μέλισσες που την κερήθρα έφτιαξαν.
ΚΑΛΙΜΠΑΝ Το δείπνο μου, να πάω να φάω πρέπει.
Δικό μου είναι το νησί από τη μάνα μου Συκόραξ,
Που εσύ από μένα πήρες. Όταν ήρθες, στην αρχή
Με χάιδευες και με υπολόγιζες πολύ. Μου έδινες
Νερό με μούρα μέσα. Και μου μάθαινες πώς εγώ
Το μέγα φως να ονοματίζω, και πώς τα πιο μικρά
Που μέρα-νύχτα καίνε. Και τότε εγώ σ’ αγάπησα,
Και σου έδειξα όλες του νησιού αυτού τις ιδιότητες,
Τις δροσερές πηγές, τα ορυχεία αρμύρας, τα στέρφα μέρη και τα καρπερά –
Κατάρα την ώρα και τη στιγμή! Όλα τα μάγια
Της Συκόραξ, να πέσουν καταπάνω σου!
Γιατί εγώ είμαι τώρα ο μόνος υπήκοος που έχεις,
Ενώ ήμουν κάποτε του εαυτού μου ο βασιλιάς. Κι εδώ με έχεις μαντρώσει
Σε τούτη τη σπηλιά, ενόσω μου στερείς
Όλο το υπόλοιπο νησί.
/…/
Ο Πρόσπερο χαράζει ένα μαγικό κύκλο πάνω στη σκηνή με το ραβδί του
ΠΡΟΣΠΕΡΟ Σκοτείνιασα
Τον μεσημεριανό τον ήλιο, κάλεσα τους στασιαστές ανέμους να παρουσιαστούν,
Κι ανάμεσα στην πράσινη θάλασσα και τον κυανό θόλο του ουρανού
Πόλεμο κήρυξα ζωηρό. Στον τρομερό ρόγχο της βροντής
Έδωσα τη φωτιά. Το γερά θεμελιωμένο ακρωτήρι
Το έκανα να τρέμει, κι από τις ρίζες τις βαθιές ξερίζωσα
Τα πεύκα και τους κέδρους. Τάφοι με τις διαταγές μου
Ξύπνησαν τους κοιμώμενους τους, άνοιξαν, τους άφησαν να φύγουν
Κάτω από την τόσο ισχυρή μου Τέχνη. Όμως αυτή την άγρια μαγεία
Τώρα εδώ απαρνούμαι. Κι αφού απαίτησα
Λίγη ουράνια μουσική – κάτι που κάνω και τώρα ακόμα-
Για να πετύχω το στόχο μου να επηρεάσω τις αισθήσεις εκείνων
Για τους οποίους το αέρινό μου ξόρκι προοριζόταν, τώρα θα σπάσω το ραβδί μου,
Θα το θάψω πολλές οργιές κάτω απ’ τη γη,
Και πιο βαθιά απ’ όσο βυθίστηκε άγκυρα ποτέ
Θα πνίξω το βιβλίο μου.