Το όνειρο της Οφηλίας
Μου λένε πως έφυγες για πάντα. Μου λένε πως δε θα ξανάρθεις. Ποτέ πια. Ποτέ. Τίποτα πέρα απ’ αυτό; Βγαίνω τρέχοντας από την πόρτα με τα μάτια κλειστά. Ερμητικά. Στη νύχτα που ίσως να θυμάται. Ήμουν κάποτε μια κουκουβάγια. Όχι. Η αγάπη σου ήμουνα. Για πάντα, είπες, για πάντα και μέχρι τον ουρανό. Τον ξέρω αυτόν τον δρόμο. Ξέρω το μικρό δάσος με το ποτάμι κάτω από την ιτιά στο τέλος του. Αλλά πριν από αυτό. Λουλούδια. Αν σου μιλήσω με τα λουλούδια ίσως να καταλάβεις καλύτερα. Ποτέ πια. Ερμητικά. Γιρλάντες για κάθε περίσταση. Μια γιρλάντα για τον πατέρα. Όχι. Άκου ένα μυστικό. Μου είπε να μην σου ξαναμιλήσω ποτέ. Να μην σε ξανακούσω. Δεν υπάκουσα, το ξέρεις. Ήμουνα κάποτε κουκουβάγια. Όχι. Το κλαδί είναι εκεί. Ανέβαινα παιδί και σε χάζευα. Καθόσουν στον κόκκινο βράχο δίπλα στη ρίζα της ιτιάς. Δεν ήξερες πως ήμουν εκεί πάνω. Πέταλα άφηνα να πέσουν μπροστά σου. Στο ποτάμι. Και κολυμπούσαν. Κι εσύ τα παρακολουθούσες καθώς χάνονταν γρήγορα με το ρεύμα να τα στροβιλίζει στον αφρό. Για πάντα, είπες, για πάντα και μέχρι την άκρη της θάλασσας. Δεν κοίταζες πια το νερό. Εμένα έβλεπες. Όχι. Τον ξέρω αυτόν τον δρόμο. Θα βρω τα λουλούδια όλα. Δε σ’ αγάπησα, είπες. Μαράθηκαν οι βιολέτες. Άκου ένα μυστικό. Δε σε πίστεψα. Ποτέ πια. Τίποτα πέρα απ’ αυτό;