Νυχτερινό

Τώρα όχι

Σου άρεσε να κάθεσαι στο παγκάκι στο τέλος του μονοπατιού. Εκεί μπροστά στη θάλασσα που απλωνόταν πέρα. Ακουμπούσες το μπράτσο στην πλάτη του και ανέβαζες τα πόδια κατά μήκος. Έφτανες συνήθως πριν το σούρουπο, όταν ο ήλιος πια δεν τύφλωνε. Δεν σε είχα δει ποτέ να διαβάζεις. Χάζευες τον ορίζοντα. Το νησί απέναντι, μια λωρίδα γης. Όταν γύριζα σπίτι και δεν σε έβρισκα, ήξερα πάντα που ήσουν. Τώρα όχι. Περπάταγα αργά προς το μονοπάτι. Να έχεις τη στιγμή όλη δική σου. Αν συναντούσα τίποτε περαστικούς, τους έκανα ένα νεύμα για χαιρετισμό. Κάποιες φορές με ρώταγαν για το μονοπάτι σου, ήθελαν να μάθουν που βγάζει. Πουθενά. Γκρεμό έχει στην άκρη του και τίποτα άλλο. Δεν επέμεναν. Έπαιρναν τότε την κατεύθυνση προς την άλλη πλευρά. Προς την παραλία. Οι λίγοι που είχαν θελήσει να το δουν, έφταναν προς το μέρος σου και αμέσως γύριζαν πίσω. Το ένιωθαν πως δεν έπρεπε να σε ενοχλήσουν. Ήταν σαν το παγκάκι να είχε μπει εκεί μόνο για να κάθεσαι εσύ, όποτε θα ’χες διάθεση. Αυτή ήταν άλλωστε και η ιστορία του. Δεν στο είχα πει ποτέ. Εγώ το είχα βάλει εκεί όταν πήραμε το σπίτι. Κρυφά απ’ όλους. Τότε μου φαινόταν εύκολο να πραγματοποιώ κάτι τέτοιες ιδέες. Τώρα όχι. Δανείστηκα το φορτηγάκι ενός γνωστού. Του είπα ότι είχα να μεταφέρω κάτι έπιπλα για τον κήπο. Πήρα και μερικά εργαλεία μαζί μου. Αν κάποιος με πετύχαινε νυχτιάτικα στο δρόμο, δεν θα του έκανε καμία εντύπωση. Ακόμα τότε το φτιάχναμε το σπίτι. Ερείπιο ήταν. Έπρεπε να σκάψω για να βάλω τη βάση. Και μετά να ρίξω το τσιμέντο και χώμα από πάνω να μη φαίνεται. Δεν ήθελα να μπορεί κανείς να του αλλάξει θέση. Την είχα ψάξει για καιρό. Είχε σημασία να κοιτάζει σωστά. Για να σ’ αρέσει με την πρώτη. Θυμάμαι όταν γύρισες ένα απόγευμα, μετά από μια μεγάλη βόλτα σ’ εκείνη την πλευρά του νησιού και μου διηγήθηκες ότι βρήκες το τέλειο σημείο. Μ’ ένα παγκάκι. Μόνο του. Στην άκρη της πλαγιάς. Να βλέπει το ηλιοβασίλεμα. «Αλήθεια;», σε ρώτησα. Χαμογελούσες ολόκληρη. Ναι. Σου φίλησα τα μαλλιά. «Θα μου το δείξεις αύριο», είπα. «Πώς γίνεται να μην το είχαμε προσέξει ως τώρα;». Μπορεί να μη δώσαμε σημασία. Μουρμούριζα και δεν σε κοίταγα για να μην προδοθώ. Δεν επέμεινες. «Θα είναι ωραία ακόμα κι αν φυσάει», είπες. Σκέφτηκα την εικόνα σου με τον αέρα και το παγκάκι. Τα μαλλιά και τη θάλασσα. Το σχέδιο είχε πετύχει. Πριν φτάσει στο σημείο αυτό το μονοπάτι κάνει μια μικρή στροφή. Έτσι μπορούσα να πλησιάζω και να σε βλέπω από μακριά, χωρίς να με καταλάβεις. Αυτό θα ήταν το δικό μου σημείο. Πολλά καλοκαίρια στη σειρά. Τώρα όχι.

Στον κήπο μας είχες την καρέκλα σου δίπλα σε μια ελιά. Στην αρχή δεν σου άρεσε το παλιό μεταλλικό κίτρινο τραπεζάκι που είχα βρει. Μετά το συνήθισες και το κρατήσαμε. Σε ρώτησα αν θέλεις να το αλλάξω, όταν μεγάλωσαν οι ελιές. Αυτές που βάλαμε στην αρχή. Δεν το θυμόσουν πια. Στη μία γλάστρα τους που ξέμεινε είχα φυτέψει μια λεμονιά και περίμενα να μεγαλώσει λίγο πριν να την βάλουμε στο χώμα. Κι αυτή σου άρεσε εκεί. Άλλο πράσινο αυτό. Την άνοιξη γέμιζε το χώμα παπαρούνες. Καθόσουν μεσημέρι με το τσάι σου και τις σημειώσεις σου. Για τις δουλειές που έπρεπε ακόμα να γίνουν στη βδομάδα. Να πάρουμε λεβάντες για τον κήπο. Τροφή για τις γάτες. Καφέ για μένα. Κρασί για το σπίτι. Και φρούτα. Όταν καθόσουν χανόταν η καρέκλα. Ήταν παλιά, αλλά φτιαγμένη για έξω. Φαινόσουν σαν να αιωρείσαι δίπλα στο κίτρινο τραπέζι. Μπορούσα να σε δω απ’ το παράθυρο της κουζίνας. Να βρω δικαιολογίες να σε ρωτήσω κάτι, για να σηκώσεις το κεφάλι προς το μέρος μου. Το είχες καταλάβει και έβαζες τα γέλια. Τι θέλεις πάλι; Αυτό. Το γέλιο σου. Τίποτα άλλο. Να μαγειρέψω κάτι; Πεινάς; Τώρα όχι. Σου άρεσε να μην ξέρεις τι θα φάμε. Το γέλιο σου διαρκούσε πιο πολύ το καλοκαίρι. Τα πουλιά θα φταίνε, έλεγες. Ή τα τζιτζίκια. Μερικές φορές σταμάταγαν απότομα. Μπορεί να ήθελαν να σ’ ακούσουν. Έλα μέσα. Άνοιξα ένα μπουκάλι και μοσχομύρισε σταφύλι το δωμάτιο.

Καθόσουν από την πλευρά του τοίχου. Σου άρεσε να κοιτάς αφηρημένα πέρα απ’ τη μπουκαμβίλια στο παράθυρο. Μάζευα πάντα ένα ματσάκι μυρωδικά και στα έβαζα στην λευκή κανάτα στο περβάζι. Σε έβαζα να μου ξαναλές τις ιστορίες με τα αρώματα και τις νότες τους. Θύμωνες λίγο με τις εμμονές μου. Έπρεπε να βρω καινούρια θέματα. Μη με ξαναρωτήσεις για το γιασεμί. Το έχουμε πει χίλιες φορές. Και για το σανταλόξυλο. Τα ανθάκια νερατζιάς όμως; Πήγαινες κι έψαχνες τα συρτάρια σου για κανένα μπουκαλάκι από το παλιό σου σπίτι. Κι έβρισκες κάτι άσχετο. Και μου εξηγούσες πού το είχες αγοράσει. Μόνο το πού. Ποτέ το γιατί. Τετράδια και μπλοκ με διαφορετικά χαρτιά και σχήματα. Κουτάκια από χαρτόνι. Χρωματιστούς συνδετήρες και μικροσκοπικά μανταλάκια. Με ρώταγες αν κάτι περισσεύει. Στην πολή μπορεί. Όταν τα πράγματα μας έκλεβαν χώρο. Τώρα όχι. Δεν άνοιγα ποτέ τα συρτάρια σου. Ήθελα να νιώθεις πως μπορούσαν να χωρέσουν το δικό σου βλέμμα για τον κόσμο. Τη δική σου σειρά των πραγμάτων. Να βάλω λίγο κρασί ακόμα; Είναι το μπουκάλι των φίλων μας από την πρώτη τους επίσκεψη. Νομίζω πως αρκετά περίμενε. Λέω να τους πεις να μας ξανάρθουν. Παραπονιόσουν πως όλα εσύ θα τα κανόνιζες πάλι. Κι έγραφες καινούριο σημείωμα. «Θυμίσου να βγάλεις το μονό κρεβάτι. Αν έρθουν με το παιδί», είπες. Η φράση χώραγε χαμόγελο. Κι ένα φιλί. 

Το πρωί ξύπνησα στο άδειο κρεβάτι. Απείραχτη η πλευρά σου. Μόνο η μια γωνία από το μαξιλάρι σου προς τη μεριά μου είχε ένα βαθούλωμα. Σαν να είχε μείνει εκεί. Ή σαν να το έκανα εγώ στον ύπνο μου. Αναζητώντας τη μυρωδιά σου. Ξύπναγα όλα εκείνα τα πρωινά λίγο πριν από σένα. Κι ας είχες σηκωθεί και πιο νωρίς. Να κάνεις δικές σου δουλειές με την ησυχία σου. Ξανάπεφτες μετά. Άνοιγα τα μάτια και έψαχνα για το σχήμα του κεφαλιού σου μέσα από τα σκεπάσματα. Τα μαλλιά σου πάνω στο στρώμα. Αν τα κατάφερνα χωρίς να σε ξυπνήσω, έμενα λίγη ώρα έτσι. Ξέροντας ότι η ζωή είναι όμορφη. Πέφτει ένα κρύο φως από το παράθυρο. Μπήκε φθινόπωρο. Πού είσαι;

 

Αφήνω το κρεβάτι ξέστρωτο. Έρχομαι στην κουζίνα. Δεν έχει φρούτα στο τραπέζι.

 

Ανοίγω το παράθυρο προς τον κήπο. Βλέπω την άδεια καρέκλα και το κίτρινο χρώμα του πρωινού.

 

 

Παίρνω το μονοπάτι προς το παγκάκι στην άκρη της πλαγιάς.

 

 

 

Σταματάω πριν τη στροφή. Δεν θα είσαι εκεί. Σου είχα πει, ως την άκρη της ζωής. Και γέλασες. Πού είσαι;

 

 

Όσο ήσουν εδώ…

 

 

 

Τώρα όχι.

Previous
Previous

Φαίδρα ή το ψέμα

Next
Next

Το όνειρο της Οφηλίας