Περί οργής
15/03/2023
Πριν από μερικούς μήνες είχα θυμώσει με τις εξελίξεις στο Αφγανιστάν και τη διαφαινόμενη επιστροφή ενός βαθιά μισογυνικού καθεστώτος, με τις γνωστές συνέπειες για την πρόσβαση των γυναικών στην παιδεία, στη μόρφωση, στην εργασία κλπ. Παρακολουθούσα κάθε μέρα το θέμα αυτό και με έκανε έξαλλο. Μετά ήρθαν τα γεγονότα με τη δολοφονία της νεαρής γυναίκας στο γειτονικό Ιράν και θύμωσα με την εκεί κατάσταση και την καταστολή της λαϊκής εξέγερσης. Κατόπιν, θύμωσα πολύ με τους σεισμούς στην Τουρκία και τη Συρία και τις απαράδεκτες συνθήκες που επικρατούσαν ως προς τις προσπάθειες διάσωσης των πληγέντων, αλλά και ως προς τη διαφθορά του κατασκευαστικού τομέα της Τουρκίας και του παρακράτους που τον στηρίζει. Και που τον άφηνε να κατασκευάζει για πολλά χρόνια κτίρια με τη στατική επάρκεια χάρτινων πύργων.
Όλο αυτό το διάστημα ήμουν παράλληλα θυμωμένος και με τη γνωστή πια ιστορία της υποβάθμισης των καλλιτεχνικών σπουδών στην Ελλάδα και τον όλο τρόπο διαχείρισης αυτής της κρίσης του καλλιτεχνικού χώρου, τόσο από την πλευρά της πολιτικής και των μέσων εν-ημέρωσης (sic!), όσο και από την πλευρά των ίδιων των βαλλόμενων καλλιτεχνών, ή εκείνων που αυτοπροσδιορίζονται ως τέτοιοι.
Και μετά συνέβη η σιδηροδρομική τραγωδία στα Τέμπη και θύμωσα ακόμη περισσότερο. Και μαζί μου θύμωσε και ολόκληρη η χώρα, απ’ ότι μου λένε τα κανάλια, αλλά κυρίως οι νέοι άνθρωποι.
Που θυμώνουν συνεχώς. Που δύο με τρεις εβδομάδες αργότερα έχουν ξεχάσει την αιτία του θυμού τους γιατί έχουν βρει μια καινούρια. Που όταν ο θυμός τους ξεχειλίζει τον εκτονώνουν βανδαλίζοντας την πόλη τους, το δημόσιο χώρο, και πρωτίστως την κρατική περιουσία, που ξεχνούν ότι ανήκει σε όλους μας. Και όχι στο Κράτος.
Που αυτές τις μέρες είναι τόσο πολύ οργισμένοι, με τα κανάλια να τους παροτρύνουν να οργιστούν ακόμα περισσότερο, να απεργήσουν περισσότερο, να διαδηλώσουν περισσότερο, να εκτονώσουν περισσότερο τον θυμό τους στο αιώνιο παιχνίδι με τις αστυνομικές δυνάμεις, εξίσου άχρηστες πια για την οποιαδήποτε άλλη χρήση, αλλά χρήσιμες στον μηχανισμό αυτόν του αιώνιου συσιφικού κύκλου του λαϊκού θυμικού και της μοναδικής του δημόσιας έκφρασης, δηλαδή του θορύβου και της βίας. Της τυφλής οργής.
Ο θόρυβος εμποδίζει τη σκέψη και την ανάλυση. Η βία εμποδίζει την ανάληψη δράσης και πρωτοβουλίας για την εξάλειψη της όποιας αιτίας της οργής.
Απόδειξη; Στο Αφγανιστάν οι γυναίκες είναι σε χειρότερη θέση απ’ ότι ήταν εκείνη την περίοδο που εμείς θυμώναμε με αυτό, στο Ιράν η εξέγερση κατεστάλη ή δε μαθαίνουμε πια τίποτα γι‘ αυτήν, τα θύματα του σεισμού σε Τουρκία και Συρία αυξήθηκαν, αλλά τίποτα δεν υποδηλώνει πως κάτι θα αλλάξει γι’ αυτούς στο άμεσο μέλλον. Και κάπως έτσι θα ξεχαστεί και η τραγωδία των τρένων, όταν θα πάψει να εξυπηρετεί την προεκλογική φωνασκία των μεν και των δε. Και τη χειραγώγηση του θυμικού του όχλου.
Θυμήθηκα λοιπόν ότι η οργή και ο θυμός είναι πρωταρχικά μέσα και οχήματα πρόκρισης και επιβολής της απολυταρχίας και του φασισμού: όπου φυσικά πρέπει πάση θυσία και σε όλα τα πεδία που δημιουργούν κοινωνικές εντάσεις, να αποφεύγεται η ανάλυση, ο διάλογος και ο αντίλογος και, κατά συνέπεια, το όριο, το μέτρο, η θέσμιση, το δίκαιο και η δημοκρατία. Τους χαρίζω λοιπόν την οργή τους. Τη συνεχή ανατροφοδότηση του θυμού τους. Που ήταν πάντα και θα είναι για πάντα ο καλύτερος τρόπος να μη σκέφτονται, να μην αναλαμβάνουν ποτέ καμία ευθύνη για τίποτα και να μη χρειάζεται να προτείνουν με καταφατικό λόγο την όποια ανάληψη δράσης, πέρα από το ξέσπασμα μιας εύκολης βίας. Σχεδόν επιθυμητής από εκείνους στους οποίους έχει την ψευδαίσθηση ότι απευθύνεται.
Η ανατροφοδοτούμενη οργή δεν ανατρέπει πια τίποτα. Η οργή συντηρεί. Κι αντί ο θυμός να είναι μια κατάσταση εξαίρεσης, έχει γίνει πια μια κοινωνικά αποδεκτή δυστοπία, πανταχού παρούσα. Ά-σχημη. Αδιέξοδη. Και ανερωτική.
Αποφάσισα λοιπόν ότι ο θυμός μου δεν είναι παρά δειλία. Δειλία να αναλύσω σε βάθος τι έφταιξε για όσα με θυμώνουν, να αναλογιστώ τι θα μπορούσα να έχω κάνει εγώ σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο για να τα αποτρέψω, δειλία να αναλάβω την όποια ευθύνη που μου αναλογεί για τη συμμετοχή μου σε αυτό το απλοϊκό παιχνίδι αποποίησης του κόπου - να πρέπει να σκέφτομαι και να παίρνω αποφάσεις.
Να είμαι δηλαδή πολίτης αυτού του κόσμου και όχι πελάτης του.