Κάτι δικό σου
Όλα είχαν ξεκινήσει για ένα βότσαλο. Ένα βότσαλο πολύ λείο, πολύ απλό, οβάλ, τέλεια σχηματισμένο, με ένα χρώμα ανάμεσα σε γκρίζο και ώχρα και λευκό του αφρού και με έναν ήχο καθαρής πέτρας πάνω σε μέταλλο. Ένα από εκείνα τα βότσαλα που πια σπανίζουν στις παραλίες και που θα μπορούσε να ήταν το δώρο του πιγκουίνου στο ταίρι του. Αλλά που δεν ήταν. Ήταν δικό μου. Το είχα ψάξει. Το είχα κρατήσει στη χούφτα. Το είχα φυλάξει.
Εμείς τις λέγαμε πεταλίδες. Αυτό το παιχνίδι στη θάλασσα με τα βότσαλα που αναπηδούν στο νερό. Ούτε βατραχάκια, ούτε ψωμάκια, ούτε κουταλήθρες, ούτε αναπεταρούδια, ούτε παξιμαδάκια, ούτε πίτες, ούτε εποστρακισμό, που το έλεγαν οι Αρχαίοι. Πεταλίδες. Και λέγαμε ο ένας στον άλλο την ιστορία του μπαμπά, που μια φορά είχε ρίξει δεκαπέντε στη σειρά, πράγμα μάλλον αδύνατο, αλλά δεν μας πείραζε, ήταν μια ωραία ιστορία και ο μπαμπάς είχε πεθάνει και είχαμε την ανάγκη να έχει η αφήγηση μια διάσταση μυθική, να φτάνει το ύψος του, να αγγίζει το κενό της απουσίας του. Άλλες φορές γίνονταν δώδεκα. Για να μπορεί να ακούγεται πιστευτό. Κυρίως αν κάποιος μας άκουγε. Και άντε βρες τα κατάλληλα βότσαλα και χώσε τα στο μαγιό ή στην τσέπη της βερμούδας και πάρε φόρα και μη στεναχωρηθείς ή ζηλέψεις όταν ο άλλος πετύχει περισσότερες. Πεταλίδες. Δεν υπήρχε ζήλεια εκεί. Μόνο γέλια.
Ψάθινα καπέλα για τον ήλιο. Πάντα πολύ μεγάλα για τα κεφάλια μας. Έμοιαζα με ηλιοκαμένο μεξικάνο σε μικρογραφία με το σομπρέρο μου κι εκείνος με μια νεανική εκδοχή Άγγλου αρχαιολόγου. Μάλλον θα έφταιγαν τα γυαλιά και οι ξανθοκάστανες μπούκλες. Ή τα γαλάζια μάτια. Θα μπορούσα να είμαι ο Ινδός μπάτλερ σας, κύριε. Μήπως ο κύριος επιθυμεί μια δροσερή λεμονάδα; Ο κύριος έμενε σιωπηλός και πάλι χάζευε κάποιο χρώμα για να μην το ξεχάσει αργότερα, όταν θα το ζωγράφιζε. Ή τη μητέρα, χαμένη στις σκέψεις της κάπου παράμερα με ένα βιβλίο.
Μας έστελνε το απόγευμα να πάρουμε ξυλάκια με κάλυψη σοκολάτας από το περίπτερο στην άλλη άκρη της παραλίας κι ένα πακέτο μεντόλ για κείνη. Μπορεί και να αισθανόταν άσχημα να τα αγοράσει η ίδια στον εαυτό της. Ίσως έτσι να μπορούσε να σκεφτεί ότι αφού θα μας έδινε χαρά αυτή η αποστολή δεν θα πείραζε και τόσο. Που κάπνιζε. Μόνη της. Τα βράδια.
Χοντροκομμένες τηγανιτές πατάτες στο ελαιόλαδο, με υπόγλυκη γεύση και καυτές, μαζί με ψωμί ζυμωτό και χόρτα και λεμόνι και κάποιο λαδερό από αυτά που της άρεσαν τόσο. Πολύ σπάνια ένα τέταρτο χύμα λευκό κρασί. Κράταγα την πατάτα σαν τρόπαιο μέχρι να κρυώσει λίγο και μετά έκανα τόση ώρα να τη φάω που εκείνος είχε σχεδόν αδειάσει το πιάτο.
Έρευνα για κοχύλια στην ακροθαλασσιά. Μπορούσα να σκαλίζω εκεί στην άκρη με τις ώρες, για τα μικρά τα χρυσαφένια ξανθά τα σπιράλ, και για τα ακόμα πιο μικρά σκούρα πράσινα. Ή κατακόκκινα. Μην έχοντας κάποιο ειδικό βάζο ή δοχείο, η όλη διαδικασία μπορούσε να ξεκινήσει αφού θα είχε βρεθεί το υποκατάστατο κάπου εκεί. Ένα σπασμένο πλαστικό κουβαδάκι, ή ακόμα καλύτερα μια κατασκευή με ό,τι πιο απίθανο μπορούσαμε να βρούμε ως υλικό. Φύκια για σπάγκο και καλάμια και το αυτοσχέδιο πανέρι με το παρτσακλό σχήμα ήταν έτοιμο για γέμισμα. Και μετά στο δωμάτιο, η προσπάθεια να ξαναπάρουν το βρεγμένο τους χρώμα, κλέβοντας λίγο λάδι από τη σαλάτα που περίσσεψε και λίγο χαρτί τουαλέτας και γυαλίζοντάς τα ένα-ένα. Απλωμένα στο περβάζι. Να νοσταλγούν τη θάλασσα.